διάχωσις

διάχωσις, εως, ,
A the making of a mound, D.S. 13.47.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάχωσιν — διάχωσις the making of a mound fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάχωση — η (Α διάχωσις) συσσώρευση χώματος για σχηματισμό προκαλύμματος ή προχώματος …   Dictionary of Greek

  • διαχώσεως — διαχώσεω̆ς , διάχωσις the making of a mound fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.